Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2014

O ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ


του Παναγιώτη Πούγγουρα, Μαθητή της Β'Λυκείου
  Ίσως να έχει χαθεί το νόημα σήμερα, σχετικά με τον ρόλο που θα'πρεπε να χαρακτηρίζει τους εκπαιδευτικούς. Πολύ καλοί γνώστες φιλολογίας, μαθηματικών και φυσικής διδάσκουν τους νέους της χώρας στα γυμνάσια και λύκεια. Αρκεί ωστόσο αυτή η γνώση ή χρειάζεται και κάτι παραπάνω; Μήπως ο ρόλος του καθηγητή, χρειάζεται και μία άλλου είδους εκπαίδευση;
    Είναι αυτονόητο πως οι εκπαιδευτικοί, κατά τη διάρκεια της εργασιακής τους ζωής, εκτός από την μεταφορά γνώσεων, αναπόφευκτα επηρεάζουν τη ζωή και τη συμπεριφορά  χιλιάδων νέων. Θέλοντας και μη, ο παιδαγωγός επιδρά πάνω στα πρότυπα συμπεριφοράς των νέων, επομένως δεν αρκεί η άρτια γνώση της επιστήμης, αλλά απαιτείται μεταδοτικότητα και καλή γνώση παιδαγωγικών μεθόδων. Κάτι που, ακόμη και σήμερα, διδάσκεται ελλιπέστατα στα Πανεπιστήμια.
     Το πλήθος των εκπαιδευτικών προέρχεται από τις λεγόμενες καθηγητικές σχολές, όπως για παράδειγμα σχολή φιλολογίας, ιστορίας -αρχαιολογίας, το φυσικό, το χημικό και άλλες παρόμοιες. Οι φοιτητές των συγκεκριμένων σχολών, έχουν ως δυνητική επαγγελματική αποκατάσταση, κατά κύριο λόγο, την εργασία στο χώρο της εκπαίδευσης.               
     Εκείνοι που θέλουν να γίνουν καθηγητές χημείας σε σχολείο λοιπόν, διαφοροποιούνται στο εξής γεγονός, από τους χημικούς, που θα δουλέψουν, π.χ στο χημείο του κράτους: στο γεγονός ότι θα διδαχθούν ,στο πανεπιστήμιο, περίπου τρία η τέσσερα μαθήματα επιλογής, που θα τους παρέχουν κάποιες γνώσεις για την εκπαίδευση, ωστόσο αμελητέες. Και επίσης, κατόπιν αυτού, εξετάζονται στον διαγωνισμό Α.Σ.Ε.Π, ο οποίος από τη μία πλευρά, στο μεγαλύτερό του μέρος, εξετάζει ξανά γνώσεις χημείας, ενώ από την άλλη θέτει προς απάντηση κάποιες παιδαγωγικού τύπου ερωτήσεις -όχι ιδιαίτερα μεγάλης δυσκολίας για κάποιον που χρησιμοποιεί, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τη λογική του- σχετικές με το πλάνο ενός μαθήματος, την αντιμετώπιση διαφόρων συμπεριφορών στην τάξη και κάποια άλλα παρεμφερή.
    Είναι λοιπόν εύκολα κατανοητό, πως το σύστημα δε μεριμνά ώστε οι καθηγητές να καταρτιστούν παιδαγωγικά. Παρά ταύτα βέβαια, συγκεκριμένοι καθηγητές, οι οποίοι ενδιαφέρονται από μόνοι τους γι'αυτό, το καταφέρνουν με εναλλακτικούς τρόπους. Στην πλειοψηφία τους όμως, δεν περνούν από παιδαγωγική εκπαίδευση. Δεν βοηθούνται και οι ίδιοι, από την υφιστάμενη οργάνωση της εκπαίδευσης, ώστε να κατανοήσουν και να εξελίξουν τον παιδαγωγικό τους ρόλο.
    Αντιθέτως, θα έπρεπε οι ενδιαφερόμενοι για εκπαιδευτικοί να περνούν από ειδικές μεταπτυχιακές σπουδές παιδαγωγικής εκπαίδευσης, ή και ακόμη, ήδη από την σχολή τους, να παίρνουν κατεύθυνση παιδαγωγικής και να συμμετέχουν σε τέτοιου είδους μαθήματα.
     Αφήνουμε τα κριτήρια εισόδου ενός εκπαιδευτικού και περνάμε στην αξιολόγησή του, η οποία είναι ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα. Είναι διαπιστωμένο πως οι εκπαιδευτικοί , εδώ και τριάντα και παραπάνω χρόνια, δεν έχουν αξιολογηθεί ή κάποιοι από αυτούς έχουν αξιολογηθεί λίγες φορές. Πώς είναι δυνατόν να μην αξιολογούνται οι παιδαγωγοί της χώρας; Πώς είναι δυνατό να μην αξιολογούνται και να μην ελέγχονται οι άνθρωποι που δημιουργούν το μέλλον της χώρας; Είναι βέβαια και βασική προϋπόθεση για την αξιολόγηση τους, η σωστή εκπαίδευση αυτών. Διότι είναι κατανοητό πώς όταν δε δίνεις τα αναγκαία εφόδια σε κάποιον, είναι οξύμωρο και αντιφατικό, ύστερα, να τον αξιολογείς με βάση αυτά.
   Θα μας απαντούσε ίσως εδώ κάποιος αρμόδιος, πως οι εκπαιδευτικοί είναι ήδη παιδαγωγικά επαρκείς και καταρτισμένοι κατά την είσοδό τους στην εκπαίδευση, αλλιώς δεν θα έμπαιναν. Ας υποθέσουμε, τέλος πάντων, πως όντως είναι καταρτισμένοι κατά την είσοδό τους. Ποιος όμως μας εγγυάται πως ο συγκεκριμένος καθηγητής, αφού εντάχθηκε στην εκπαίδευση, δεν αποδίδει ανεπαρκώς στη δουλειά του συστηματικά; ή χρησιμοποιεί λάθος παιδαγωγικές μεθόδους; ή ανακάλυψε πως δεν του ταιριάζει η συγκεκριμένη δουλειά; ή χίλια δυό άλλα που να τον μετατρέπουν σε μη επαρκή.
     Βέβαια, έτσι αναδύεται στην επιφάνεια, η έλλειψη τρόπων αξιολόγησης και οι δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν μέσα από αυτή τη διαδικασία. Ωστόσο υπάρχουν κάποιοι δυνατοί τρόποι που θα την καθιστούσαν εφικτή. Λόγου χάριν, θα μπορούσε να λαμβάνεται υπ'όψιν, το σύνολο των κρίσεων των μαθητών προς κάποιον καθηγητή, των συναδέλφων του, του διευθυντή, ακόμη και η συνολική απόδοση των μαθητών κατά μέσο όρο. Τυχόν προγράμματα που πραγματοποιούν οι καθηγητές, ύστερα από το πέρας του μαθήματος, θα ήταν εύλογο να μετρούν, για να ελεγχθεί κατά πόσο έχουν πραγματική διάθεση για δουλειά. Επίσης, θα ήταν δυνατό, να παρευρίσκονται κάποιοι σύμβουλοι σε διδακτικές ώρες, κατά τη διάρκεια της ημέρας, για να αξιολογούν το γενικότερο πλαίσιο μαθήματος. Επιπλέον, είναι επιτακτική ανάγκη για τους εκπαιδευτικούς, να επιμορφώνονται καθ'όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους και να περνούν από τακτά ψυχολογικά τεστ. Και τέλος -γιατί όχι- η υιοθέτηση κάποιον ξένων δοκιμασμένων προτύπων από άλλες χώρες.
    Κάτι που θα ήθελα να τονίσω, είναι το γεγονός, ότι η αξιολόγηση δεν θα έπρεπε να έχει αρνητικό χαρακτήρα και μια έννοια φόβου, τα οποία έχει σήμερα. Η αξιολόγηση θα έπρεπε να έχει εξελικτικό χαρακτήρα και να αποτελεί μέσο βοήθειας για τους εκπαιδευτικούς. Οι ευσυνείδητοι επαγγελματίες επιθυμούν την αξιολόγηση! Πρώτον και κυριότερον, για να διορθώσουν τυχόν λάθη στις μεθόδους τους και δεύτερον για να αναγνωριστεί η δουλειά που κάνουν.
      Για ποιο λόγο να γίνει όμως όλο αυτό; Γιατί να μπούμε όλοι σε μια τέτοια διαδικασία;
      Διότι σε περίπτωση που η συνολική αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού δείξει πως δεν είναι επαρκής για τη δουλειά που κάνει, και δεν παρουσιάσει σημάδια βελτίωσης μετά από την αξιολόγηση, θα πρέπει, άραγε, η σχολική κοινότητα και κατ'επέκταση ολόκληρη η κοινωνία, να επιβαρύνεται από τις λάθος εργασιακές επιλογές του; Ας σκεφτούμε σαν παράδειγμα, πως κανείς ευϋπόληπτος εργοδότης, δε θα απασχολούσε έναν υπάλληλο που δεν πληρεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Από πού κι ως πού λοιπόν να κατοχυρώνει τη θέση του ένας εκπαιδευτικός για τριάντα χρόνια και πάνω, χωρίς να αξιολογείται ως επαρκής ή μη; Πώς αφήνουμε το αγαθό της παιδείας να υποβαθμίζεται λόγω τυχόν αδυναμιών που διακατέχουν τους παρόχους του;
   Συμβαίνει λοιπόν το εξής παράδοξο και ίσως τρομακτικό για κάποιους. Εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, η αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών επαφίεται μόνο στην επαγγελματική τους ευθιξία.  Αυτό συνεπάγεται λοιπόν, ότι οι καθηγητές, μπορεί μεν να παρέχουν γνώσεις και πληροφορίες στους νέους, ωστόσο υπάρχει πρόβλημα στην ανάπτυξη της προσωπικότητας, της συμπεριφοράς και στην παίδευσή τους. Και όπως είναι αντιληπτό, η εκπαίδευση είναι ένας απο τους κύριους φορείς διάπλασης της προσωπικότητας. Τα προβήματα στη συμπεριφορά των νέων είναι φανερά καθώς βλέπουμε τους νέους να έχουν ολοένα και περισσότερη επιθετικότητα, να έχουν ψυχολογικά προβλήματα ή προβλήματα αγωγής κ΄ συμπεριφοράς. Τους βλέπουμε επίσης, να παρεκκλίνουν από σημαντικά κομμάτια της ζωής, και να αφιερώνουν το χρόνο τους σε "ασήμαντα", και να είναι εν τέλει, ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι, στην πλειοψηφία τους.
   Δε μπορούμε να κρίνουμε απόλυτα την εκπαίδευση στο σύνολό της (καθηγητές, υποδομές, τρόποι διδασκαλίας), ως κακή, μέτρια ή καλή. Μπορούμε όμως, να αναγνωρίσουμε το γεγονός, ότι υπάρχουν πολύ μεγάλα περιθώρια βελτίωσής της. Σίγουρα έχουν μερίδιο ευθύνης οι εκπαιδευτικοί, ως πάροχοι της εκπαίδευσης και υπεύθυνοι για τα αποτελέσματα της δουλειάς τους, αλλά παρ'όλα αυτά, η καλύτερη λειτουργία της εκπαίδευσης, θα έχει ως βάση την "ανακαίνιση" του γενικότερου εκπαιδευτικού συστήματος.

1 σχόλιο:

  1. ΠΟΛΥ ΩΡΑΙΟ ΑΡΘΡΟ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ. ΘΙΓΕΤΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΕΣ ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΙ. ΕΠΙΣΗΣ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟΓΡΑΜΜΕΝΟ ΚΑΙ ΩΡΙΜΟ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΑΘΗΤΗ ΛΥΚΕΙΟΥ

    ΑπάντησηΔιαγραφή