Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Γιατί να κρίνεται αναγκαία η τέχνη, άραγε;


  της Ειρήνης Δόξα-Λαμπρινοπούλου, Μαθήτριας της Β' Τάξης
 Κανείς θα μπορούσε να εικάσει πως η πλάση του ανθρώπου είναι ένα καλλιτέχνημα του οποίου τεχνίτης, δηλαδή δημιουργός, είναι ο Θεός. Συνεπώς, η τέχνη δεν είναι κάτι καινούργιο, αλλά κάτι που αριθμεί χρόνια αντίστοιχα με εκείνα της ανθρώπινης ύπαρξης.  Ωστόσο, για αρκετούς λόγους δε μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό από τον οποιονδήποτε τι ονομάζεται τέχνη, τι καθιστά κάτι έργο τέχνης και –προπάντων- το πώς ένα ποίημα, ένα γλυπτό, ένα τραγούδι ή μία ταινία, όπως και πολλά άλλα καλλιτεχνικά δημιουργήματα, μπορούν να επιδράσουν στη ψυχοσύνθεση του ατόμου. Πολλοί επέρριψαν ευθύνες για το γεγονός αυτό, δηλαδή για το ότι δεν είναι σαφές πια τι είναι τέχνη, στο ότι αυτή κατακλύζει, πλέον, τον ανθρώπινο βίο. Μήπως, όμως, η πραγματική αιτία πηγάζει από το γεγονός πως δεν μαθαίνουμε να εκτιμάμε το ωραίο; Πως δε το διδασκόμαστε; Μήπως και το σύγχρονο σχολείο ευθύνεται εν μέρει για το πρόβλημα αυτό;
  Πριν αναλύσω εκτενέστερα την πηγή του προβλήματος, θα ήθελα να παραθέσω πρωτίστως τα θετικά που αποκομίζει κανείς από την τέχνη στο σύνολό της. Κατ’αρχάς, ένας άνθρωπος που δεν αρέσκεται στην τέχνη πιθανότατα υστερεί ηθικής αρτιότητας. Μέσω της τέχνης αντιλαμβάνεται τι είναι καλαίσθητο και τι όχι, με αποτέλεσμα να διαμορφώνει προσωπική άποψη και παράλληλα να διαπλάθει ηθικό χαρακτήρα. Επίσης, χάρη σε αυτή η φαντασία εξάπτεται και εξωτερικεύονται οι κλίσεις και τα ταλέντα του καθενός. Επιπλέον, ενώ ο δημιουργός είναι άλλος, εκείνος που απολαμβάνει είναι ο δέκτης (ο τηλεθεατής, ο αναγνώστης ή ακόμη και ο παρατηρητής), καθώς με ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα μπορεί να καταπραΰνει τον πόνο του, να αναπολήσει καλές στιγμές, να συγκινηθεί ή έστω να βρει ένα προσωρινό καταφύγιο από τα προβλήματα της καθημερινότητας.
  Εκτός των άλλων, η τέχνη είναι το χαρακτηριστικότερο δείγμα πανανθρώπινου κώδικα. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα δε διαφέρουν από λαό σε λαό ή από εθνότητα σε εθνότητα, αλλά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Το γεγονός αυτό, το στοιχείο δηλαδή που κάνει τον κάθε άνθρωπο διαφορετικό και μοναδικό, πιθανότατα να αποτέλεσε και την αιτία που υπήρξαν τόσες τεχνοτροπίες και τόσα καλλιτεχνικά ρεύματα. Παρά ταύτα, το ουσιώδες είναι το ότι όλοι ενοποιούνται κάτω από την τέχνη, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μία οικουμενική συνείδηση, να γίνεται ο πολιτισμός των άλλων λαών γνωστός σε κατοίκους διαφορετικών χωρών σα να ήταν ο δικός τους. Συν τοις άλλοις, παρότι ουκ ολίγα είναι τα παραδείγματα ανθρώπων που εκμεταλλεύτηκαν την οποιαδήποτε μορφή τέχνης, είτε για να προπαγανδίσουν είτε για να εντυπωσιάσουν, κανείς θα μπορούσε να «αφυπνιστεί» και να παραδειγματιστεί και από σύγχρονους και από παλαιότερους καλλιτέχνες, αφού μέσω των έργων τους διατυπώνονται αρκετές φορές στερήσεις και κακουχίες που έχουν βιώσει, μιας και ως γνωστόν η τέχνη είναι καθρέφτης της πραγματικότητας.
  Ο Νίτσε αναφερόμενος στην τέχνη έκανε λόγο για κάτι που σώζει τον άνθρωπο από την αλήθεια. Ίσως η συγκεκριμένη άποψη ουσιαστικά να αναφέρεται σε έναν κόσμο υπερβατό. Κανείς θα μπορούσε να αποκαλέσει και τον συγκεκριμένο λογισμό ουτοπικό. Δικαίως, ίσως. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει το εξής: είναι λογικό για τους οποιουσδήποτε λόγους, συμπεριλαμβανομένου και τους ουτοπικούς, να υποβιβάζεται η τέχνη; Ανεξαρτήτως των απόψεων και των απαντήσεων, ας δούμε τον τρόπο αντιμετώπισης του φαινομένου αυτού από τον θεσμό του σχολείου.
  Πρώτον, το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, επικροτώντας τα πρακτικά μαθήματα, υποβιβάζει τις ανθρωπιστικές επιστήμες στις οποίες θα μπορούσε να ενταχθεί οποιαδήποτε μορφή τέχνης. Η εκπαιδευτική νοοτροπία αυτή έχει ως στόχο την απομάκρυνση των μαθητών από τα θεωρητικά μαθήματα και την προσάρτησή τους στα πρακτικά, επειδή η επικρατούσα αντίληψη υποστηρίζει πως τα πρωτοαναφερθέντα μαθήματα, με τη φιλοσοφία και το θέατρο να πρωτοστατούν, είναι δευτερευούσης σημασίας. Όμως, ένας μαθητής στον οποίον πότε δεν τέθηκαν τα βασικά φιλοσοφικά ερωτήματα («Γιατί γεννήθηκα;»,«Τι είναι ο θάνατος;»), πώς θα μπορέσει αύριο να αναρωτηθεί για το τι είναι καλό για τη χώρα του; Πώς θα μπορέσει να ψηφίσει με γνώμονα το σωστό και το λάθος, εάν ποτέ δεν δόθηκαν απαντήσεις στα ερωτήματα του περί ηθικής;
  Άξιος αναφοράς, συν τοις άλλοις, είναι ο παράγοντας που σχετίζεται με την έλλειψη υποδομών και κατάλληλου εκπαιδευτικού δυναμικού, με αποτέλεσμα ένας έφηβος που αν και έχει καλλιτεχνική κλίση να μη μπορεί να την εκφράσει. Η κρατική μέριμνα σε ό,τι σχετίζεται με τον καλλιτεχνικό χώρο, αν και όχι μηδαμινή, είναι ανοργάνωτη, με αποτέλεσμα να καταντάει ανούσια. Κανείς δεν αρνείται ότι οργανώνονται εκδρομές στα πλαίσια εκπαιδευτικών προγραμμάτων στη διάρκεια ενός σχολικού έτους, όμως, οι μαθητές ενδιαφέρονται πραγματικά ή απλά χαίρονται γιατί θα χάσουν το μάθημα; Και αν συμβαίνει το πρώτο, μπορεί κανείς να επικρίνει τους καθηγητές; Όχι, καθώς οι προθέσεις τους είναι οι καλύτερες… αν και η πολιτεία φαίνεται να μην τους στηρίζει όσο θα έπρεπε. Μία λύση για άμεση επανασύνδεση του δεσμού μεταξύ μαθητών και τέχνης θα μπορούσε να θεωρηθεί η ένταξη του μαθήματος της Ιστορίας της Τέχνης σε όλα τα σχολικά έτη της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
   Εν κατακλείδι, η τέχνη βρίσκεται παντού: στον τρόπο ομιλίας μας, στο ντύσιμό μας, στις ασκήσεις μας, σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, ακόμη και σε ένα γραπτό μήνυμα.  Ωστόσο, επειδή δε παρουσιάζεται πάντα αυτούσια, αλλά σχεδόν κάθε φορά με άλλη μορφή, όλοι μας πρέπει να συλλογιζόμαστε: «Τι είναι τέχνη για ‘μένα και σε τι με ωφελεί;». Καλό και άξιο συμβουλής είναι ο σεβασμός στην τέχνη και σε οποιοδήποτε δημιούργημά της, η παροχή χώρου και χρόνου στη ζωή μας για αυτή, αλλά και στα σχολεία μας, και σε θεωρητικά και σε πρακτικά μαθήματα. Ωστόσο αναγκαία είναι η ύπαρξη προσωπικής κρίσης, γιατί κανείς δε μπορεί να επιβάλει σε κάποιον να του αρέσει κάτι, ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε μαθημάτων ή σεμιναρίων περί αισθητικής της τέχνης, γιατί υπάρχει αυτό που λέγεται «προσωπική γνώμη».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου