Τετάρτη, 2 Απριλίου 2014

ΚΑΛΛΟΣ ΚΑΙ ΑΡΕΤΗ ΣΤΟΝ ΚΑΒΑΦΗ

της Αφροδίτης Δαφέρμου, Φιλολόγου του σχολείου μας
Μιλώντας κανείς για το κάλλος και την αρετή στον Καβάφη δεν μπορεί να μην αντιπαραβάλλει τις έννοιες αυτές με τη σημασία που είχαν στον αρχαίο κόσμο, καθώς εκεί εντοπίζουμε τη γέννησή τους και με βάση τη σημασία που κατείχαν τότε καταλαβαίνουμε καλύτερα το βαθμό διαφοροποίησης του ποιητή απέναντι σε αυτόν, και την καινούρια τοποθέτηση του και ερμηνεία του.  Στο ηρωικό έπος το δίπτυχο καλός και αγαθός υπήρξε ένα αξιακό ζεύγος που καθόριζε τη ζωή και το έργο του αρχαίου πολιτισμού. Στην  Ιλιάδα  ο Γλαύκος πριν την αναμέτρηση του με τον Διομήδη κάνει λόγο για τον πρόγονό του Βελλερεφόντη στον οποίο ο θεοί χάρισαν κάλλος και αρετή.
 αὐτὰρ Γλαῦκος τίκτεν ἀμύμονα Βελλεροφόντην· /τῷ δὲ θεοὶ κάλλός τε καὶ ἠνορέην ἐρατεινὴν/ὤπασαν (ραψωδία Ζ, 155-157 ).
Γνωστή είναι και η ρήση… αιέν αριστεύειν και υπέροχον έμμεναι άλλων…(Ομήρου Ιλιάδα, Ζ, 208), που αποτελεί την πατρική συμβουλή του Ιππόλοχου στο γιο του Γλαύκο, καθώς αυτός πρόκειται να πολεμήσει στην Τροία. Η αρετή στον Όμηρο σημαίνει τη γενναιότητα στη μάχη, την ανδρεία, που ξεπερνά τον αντίπαλο και φέρνει αιώνια δόξα. Οι ήρωες του Ομήρου κατέχοντας απαραίτητα και τις δύο ιδιότητες, ως αναπόσπαστο σύνολο μιας άρτιας, ολοκληρωμένης προσωπικότητας, αγωνίζονται και αναγνωρίζονται από τους συντρόφους τους στη μάχη, κερδίζουν δόξα και υστεροφημία, καθώς με τη γενναιότητα και την αποκοτιά τους (αρετή) αντανακλούν αρρενωπή ομορφιά (κάλλος). Η Ναυσικά γνωρίζοντας τον Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων, εύχεται για τον εαυτό της έναν τέτοιο σύζυγο, γοητευμένη από την ομορφιά, αλλά και την αρχοντιά, τη φρόνηση, στοιχεία που το γυναικείο της ένστικτο τη βεβαιώνει ότι ο Οδυσσέας κατέχει.
( αἲ γὰρ ἐμοὶ τοιόσδε πόσις κεκλημένος εἴη |ἐνθάδε ναιετάων, καὶ οἱ ἅδοι αὐτόθι μίμνειν (ε, 244-245), )-
Αν το δίπτυχο αυτό λοιπόν στον Όμηρο εκφράζει την πλέον ολοκληρωμένη προσωπικότητα, τέτοια που έπρεπε να έχει ένας τυπικός ομηρικός ήρωας, στον Καβάφη δε συναντάται το δίπτυχο αυτό με την ίδια  συνέπεια. Το κάλλος, η ομορφιά τους  μπορεί να εκπέμπει ηθική αξία, μπορεί και όχι. Ίσως γιατί η ηθική αστάθεια των καβαφικών ηρώων αποτελεί αντανάκλαση της μεταβλητότητας της τύχης τους, δείχνοντάς μας το δρόμο προς τις αβεβαιότητες, τις αποτυχίες, τις ήττες της ζωής, αντί για το μεγαλείο και τη βέβαιη δόξα. Άρα το αξιακό ζεύγος που στον Όμηρο είναι ένα ων εκ των ουκ άνευ χαρακτηριστικό, προκειμένου ο επικός ήρωας να βρει μια θέση στην ηρωική αφήγηση του εκάστοτε αοιδού ή ραψωδού, στο ποιητικό σύμπαν του Καβάφη τέτοιες βεβαιότητες δεν είναι πάντα σταθερές. Αντίστοιχα το πορτρέτο του ολοκληρωμένου ενάρετου πολίτη της κλασσικής εποχής που ασχολείται εξίσου καλά με τις ιδιωτικές και δημόσιες υποθέσεις, αλλά πρώτα απ’ όλα και πάνω απ’ όλα είναι πολίτης αφοσιωμένος   στην πόλη του την οποία υπηρετεί απομυθοποιείται, καθώς ο Καβάφης μιλά για πολιτικά πρόσωπα που απέτυχαν στις προσπάθειές τους να προστατεύσουν ή να διοικήσουν ορθά την πατρίδα τους λόγω της απουσίας της πολιτικής αρετής, όπως τη χαρακτηρίζει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο ή ο Πλάτων στην Πολιτεία.
Αυτό συμβαίνει, γιατί ο  ποιητής τονίζει τις ανθρώπινες αδυναμίες, τα πάθη, τις μικρότητες, ή τα ελαττώματα των ιστορικών προσώπων που ποιητικά αναδημιουργεί. Επομένως ο Καβάφης απομυθοποιεί την ενότητα του δίπτυχου κάλλος και αρετή, την επαναπροσδιορίζει δίνοντας νέο νόημα σε αυτό, καθώς αφορμάται από τα υστερόγραφα της            Ιστορίας, εποχές σε παρακμή και αποσύνθεση.
Καθώς παρατηρούμε τη διαφοροποίηση του Καβάφη απέναντι στο ομηρικό πρότυπο διαπιστώνουμε  πως ο Καβάφης εμπνέεται από το κάλλος χωρίς να θέτει ως προαπαιτούμενο την ενάρετη συμπεριφορά, την ηθική στάση, τη συμμόρφωση προς τους ηθικούς κανόνες της ζωής. Και αντίστροφα η αρετή των ιστορικών ή ποιητικών  προσώπων δε φτάνει την πιο υψηλή βαθμίδα ηθικής κατάκτησης, καθώς αδυναμίες μικρότητες, δειλίες εμποδίζουν τους ήρωες αυτούς από την ηθική ολοκλήρωση. Χωρίς να ευθυγραμμίζεται λοιπόν με την κλασσική παράδοση παρουσιάζοντας ήρωες επικούς, πετυχαίνει να δημιουργεί ήρωες με ανθρώπινη διάσταση, οικείους χάρη στις αδυναμίες και τις μικρότητές τους. Και καθώς στέκεται κοντά τους με συμπάθεια έως και κατανόηση για αυτές, παραβιάζει τη βεβαιότητα της αρχαϊκής εποχής και παρουσιάζει μια περισσότερο αληθινή πραγματικότητα, με τρόπο που οι δικοί του ήρωες καθίστανται και αυτοί με το δικό τους τρόπο κλασσικοί, διαχρονικοί και επίκαιροι. Ο Καβάφης γίνεται κλασσικός χρησιμοποιώντας μια νέα μοντέρνα, ερμηνεία για τη ζωή, περισσότερο ρεαλιστική, λιγότερο επική. Και επειδή η αξία αυτής της καβαφικής κοσμοθεώρησης  δοκιμάστηκε στο χρόνο είναι πια κλασσική, χάρη στη διαχρονική της αξία.
Αυτό είναι το πρίσμα με το οποίο θα αναλύσω στη συνέχεια στιγμιότυπα από το καβαφικό έργο.
Αφορμώντας από το ποίημα Οροφέρνης, δημοσιευμένο το 1916 στο αλεξανδρινό περιοδικό Νέα Ζωή, διαπιστώνουμε πως το δίδυμο κάλλος και αρετή μπορεί να αποκτήσει διπολική υπόσταση. Αφορμή για την ποιητική έμπνευση ένα τετράδραχμο που αποτυπώνει ένα ανεπιφύλακτα όμορφο πρόσωπο.  Ο ήρωας μας, από την μεριά της μητέρας και γιαγιάς του έχει αίμα ελληνικό. (εγγονός του Αντιόχου Γ’,  και δισέγγονος του Αντιόχου Β’ της Συρίας αντίστοιχα). Από τη μεριά του πατέρα του όμως συνδέεται με το πνεύμα και τον κόσμο της ανατολής έστω ως αμφισβητούμενος γιος του βασιλιά Αριαράθου Δ΄ της Καπαδοκίας. Το ιστορικό πρόσωπο, όπως περιγράφεται στους 31 από τους 49 συνολικά στίχους αποτελεί ένα προς αποφυγή παράδειγμα όσον αφορά την αρετή του, την ηθική του ποιότητα: διωγμένος από το παλάτι του πατέρα του μεγαλώνει στη Ιωνία, και εντρυφεί αμέσως στον κόσμο της Ανατολής:
…A εξαίσιες της Ιωνίας νύχτες\που άφοβα, κ’ ελληνικά όλως διόλου\εγνώρισε πλήρη την ηδονή…/ Μες στην καρδιά του, πάντοτε Aσιανός∙ αλλά στους τρόπους του και στην λαλιά του Έλλην,\με περουζέδες στολισμένος, ελληνοντυμένος,\το σώμα του με μύρον ιασεμιού ευωδιασμένο,\κι απ’ τους ωραίους της Ιωνίας νέους,\ο πιο ωραίος αυτός, ο πιο ιδανικός.
Παρά την αναμφισβήτητη ομορφιά του, η φαυλότητά του απερίγραπτη: αποπειράται να σφετεριστεί το θρόνο του προστάτη του Δημήτριου Σωτήρος, αν και ο τελευταίος τον βοήθησε ν΄ ανέβει στο θρόνο της Καππαδοκίας. Και να ‘ταν μόνο αυτό.
Μόλις οι Σύροι τον κάνουν βασιλιά στην Καππαδοκία: στην βασιλεία χύθηκεν επάνω\για να χαρεί με νέον τρόπο κάθε μέρα,\για να μαζεύει αρπαχτικά χρυσό κι ασήμι,\και για να ευφραίνεται, και να κομπάζει,\βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα να γυαλίζουν.\ Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκησι —ούτ’ ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.
Άρπαγας, κομπαστής, ακόρεστος για πλούτη, αδιάφορος και ανίκανος για ορθή διοίκηση.  Κι όταν οι Καππαδόκες σύντομα καταλαβαίνουν  την ηθική του ποιότητα και τον διώχνουν κακήν κακώς, βρίσκει στέγη στο παλάτι του Δημήτριου Σωτήρος, ξεπεσμένος βασιλεύς, συνέχιζοντας τον ακόλαστο βίο του. Και σε ένα επιπόλαιο διάλειμμα νηφαλιότητας ραδιουργεί χωρίς επιτυχία την ανατροπή του προστάτη του:
..Για λίγο βγήκε απ’ την λαγνεία κι απ’ την μέθη,\κι ανίκανα, και μισοζαλισμένος\κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει, \κι απέτυχεν οικτρά κι εξουδενώθη…
Στο τέλος τα ιστορικά του ίχνη χάνονται, μιας και η Ιστορία δεν καταδέχεται μαζί του να ασχοληθεί. Αυτό που αφήνει μισοτελειωμένο η Ιστορία το ολοκληρώνει η ποιητική σύλληψη. 
…Aυτός που εις το τετράδραχμον επάνω\μια χάρι αφήκε απ’ τα ωραία του νειάτα,\απ’ την ποιητική εμορφιά του ένα φως,\μια μνήμη αισθητική αγοριού της Ιωνίας,\αυτός είν’ ο Οροφέρνης Aριαράθου.  
Ο τονισμός της φράσης του καταληκτικού στίχου μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ότι πέρα από την αχρειότητα του χαρακτήρα του, την παντελή απουσία αρετής με την  πλατωνική και αριστοτελική έννοια της πολιτικής ηθικής, υπάρχει και η ομορφιά του, το κάλλος του, το έμορφο λεπτό του πρόσωπο. Και καθώς τονίζεται σε λυρικότερο ύφος αυτή η ομορφιά, ίσως ο ποιητής να εννοεί πως για τον ίδιο αυτό το κάλλος βαραίνει περισσότερο, και ας είναι ένα κάλλος χωλό, στερημένο της πληρότητας που θα προκαλούσε η στιβαρότητα της ηθικής συμπεριφοράς του. Αν ο Οροφέρνης διακρίνεται για την αξεπέραστη φαυλότητα του, αυτό δεν εμποδίζει την ποιητική φαντασία να του αποδώσει τα πρωτεία του κάλλους ανάμεσα στους νέους ολόκληρης της Ιωνίας. Η συσσώρευση υπερθετικών χαρακτηρισμών ενδεικτικών του αξεπέραστου κάλλους σχεδόν στο κέντρο του ποιήματος είναι χαρακτηριστική: κι απ’ τους ωραίους της Ιωνίας νέους,\ο πιο ωραίος αυτός, ο πιο ιδανικός.
Και αν η Ιστορία δε μας προσφέρει αφειδώς πολιτικά πρόσωπα, πρότυπα κάλλους και αρετής,  το κάνει η Ποίηση. Το δίπτυχο  κάλλος και αρετή τελεί εν αρμονία σ’ ένα φανταστικό ποιητικό υποκείμενο, αν και δεν αφορά άμεσα το χαρακτήρα του ποιητικού προσώπου αλλά το έργο του. Στο ποίημα Για τον Αμμόνη που πέθανε 29 ετών, στα 610  η υπόθεση είναι η εξής:  Ο ποιητής Ραφαήλ, Αιγύπτιος στην καταγωγή καλείται να συνθέσει για τον ποιητή Αμμόνη που πέθανε νέος- μόλις 29 ετών, ένα επιτύμβιο ποίημα, από ένα τρίτο ανώνυμο πρόσωπο με βέβαιη τη βαθιά γνώση της ποιητικής  σύνθεσης και δημιουργίας. Προφανώς είναι και ο ίδιος ποιητής. Οι κατευθύνσεις που του δίνονται για το υπό παραγγελία έργο είναι σαφείς:
…Κάτι πολύ καλαίσθητον και λείον …
Συνεχίζοντας τις παραινέσεις ο ανώνυμος αφηγητής  παροτρύνει το δημιουργό Ραφαήλ, βεβαίως να εγκωμιάσει τα ποιήματά του Αμμόνη, το ποιητικό του έργο αλλά να πει και για την
…εμορφιά του,\ για την λεπτή εμορφιά του που αγαπήσαμε….
Δημιουργός και δημιούργημα βρίσκονται σε πλήρη αρμονία. Το καλαίσθητον επίγραμμα που παροτρύνεται ο Ραφαήλ να συνθέσει, αν και Αιγύπτιος ποιητής ο ίδιος,  στην ελληνική γλώσσα πρέπει να περιέχει την ομορφιά του λόγου, της γλώσσας αλλά και την αισθητική που είναι η κατεξοχήν αρετή της ποιητικής τέχνης. Και το δίπτυχο ολοκληρώνεται ακόμα περισσότερο, καθώς η ομορφιά του τιμώμενου προσώπου φαίνεται ιδεατή στη λεπτότητά της και για αυτό  μας επιτρέπει να εικάζουμε ότι στο πρόσωπο του Αμμόνη η αισθητική της τέχνης, η ποιητική αρετή ταυτίζεται με το κάλλος του προσώπου, αλλά πιθανώς και της αρετής του ίδιου του αποδημούντος. Έτσι εξηγείται ο θρήνος για το χαμό του:
…Σε ξένη γλώσσα ή λύπη μας και η αγάπη μας περνά.. .
Ένα καλαίσθητο επίγραμμα (ποιητικό κάλλος) θα υμνήσει ένα ιδανικά όμορφο ποιητικό πρόσωπο (προσωπικό κάλλος) από έναν ικανό τεχνίτη της ελληνικής γλώσσας αν και αλλόγλωσσος ο ίδιος (γλωσσικό κάλλος) σε μια κατεξοχήν ποιητική και  μουσική γλώσσα, την ελληνική:
…Πάντοτε ωραία και μουσικά τα ελληνικά σου είναι…
Το αν ο αφηγητής ταυτίζεται με τον ποιητή Καβάφη έχει λίγη σημασία να σχολιάσουμε. Σημασία έχει ότι αυτή η τριμελής παρουσία ποιητών φανταστικών, νεκρών και ζωντανών συνυπάρχουν, για να συνεισφέρουν στην εξύμνηση του ποιητικού και ανθρώπινου κάλλους με τα πιο καλαίσθητα και ενάρετα μέσα: την ελληνική γλώσσα της ποίησης. 
Στην ίδια γραμμή ο Ελύτης υμνεί την ομορφιά σε βαθμό που την εξισώνει με το θείο, χωρίς την αρετή ως προαπαιτούμενο.
… Εικονίσματα θα ’χω τ’ άχραντα κορίτσια \ντυμένα στου πελάγου μόνο το λινό. (O. Eλύτη, Tο Άξιον Eστί, Tα Πάθη, ια’, 1980:64).
Κατά τον καθηγητή Ε.Γ. Καψωμένο «Ο Ελύτης διακηρύσσει σε χίλιους τόνους, ότι το θείο, το αγαθό και το κάλλος αποτελούν μια ενδοκοσμική ταυτότητα. Την κατηγορία της θειότητας ο Ελύτης την αποδίδει στην πιο υλική πλευρά του ανθρώπου, στα γυμνά σώματα των κοριτσιών, που τα ονομάζει «άχραντα» ή αλλού, «αγγεία των μυστηρίων»,  και τα καθιστά αντικείμενα λατρείας και προσκύνησης. Περισσότερο από κάθε άλλον ποιητή, ο Ελύτης διακηρύσσει την ιερότητα του σώματος και την πνευματική διάσταση του υλικού κόσμου».  Ανάλογα και ο Καβάφης διακηρύσσει την ιερότητα των λεπτών και υψηλών αισθημάτων που προκαλεί η υλική ομορφιά  σε βαθμό που πληροί τον αισθητό και ψυχικό κόσμο. Διαβάζουμε στο ποίημα Έτσι πολύ ατένισα- (1917)
Την εμορφιά έτσι πολύ ατένισα,
που πλήρης είναι αυτής η όρασίς μου.
Γραμμές του σώματος. Κόκκινα χείλη. Μέλη ηδονικά…
 (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984) .
Την ίδια γραμμή πληρότητας του έρωτα που ξεχυλίζει από μέσα προς τα έξω συναντάμε στον Ελύτη:
Έτσι μπορεί να νιώσει κανείς την παρουσία της ηδονής ως μέσα στις κόρες των ματιών του, των ματιών του που ρέουνε από την πλάτη του έρωτα. Προσανατολισμοί, Ίκαρος, 1940.
Όμοια και στο ποίημα Εν πόλει της Οσροήνης μας μιλά για την ποιότητα της ομορφιάς του νέου Ρέμωνα , ανθρώπου αμφίβολης ηθικής στάθμης, καθώς οι φίλοι του, ανάμεσά τους και ο ποιητής –αφηγητής τον περιμάζεψαν άρον άρον από ένα καβγά σε μια –προφανώς κακόφημη-ταβέρνα. Ο ηθικός χαρακτήρας του εξαγνίζεται από την ομορφιά που αποπνέει το φωτισμένο από τη σελήνη ωραίο του σώμα.
Εν πόλει της Οσροηνής
Απ' της ταβέρνας τον καυγά μας φέραν πληγωμένο\τον φίλον Ρέμωνα χθες περί τα μεσάνυχτα…Ομως χθες σαν φώτιζε/το ερωτικό του πρόσωπο η σελήνη,/ο νους μας πήγε στον πλατωνικό Χαρμίδη.
Ο Ρέμων είναι φανταστικό πρόσωπο και η Οσροήνη ήταν βασίλειο στη Μεσοποταμία. Ο Χαρμίδης ήταν ο θείος του Πλάτωνα και δολοφονήθηκε πάνω σε πολιτική διαφωνία. Ο ανιψιός του τον έκανε αθάνατο σ' ένα διάλογο που φέρει το όνομά του, όπου ο Σωκράτης, εμπνευσμένος από την τελειότητα του σώματος του νεαρού Χαρμίδη, αναζητεί τον ορισμό της σοφίας ως γνώση του καλού και του κακού. Αν λοιπόν ο Πλάτων με αφορμή το σωματικό κάλλος του Χαρμίδη αναζητά τον ορισμό της αρετής, ο  Καβάφης εστιάζει στην ωραιότητα του σώματος, χωρίς να αγνοεί τις προεκτάσεις αυτής, όπως τις διαπραγματεύονται οι κλασσικοί φιλόσοφοι.  
Και αν στον Καβάφη βρίσκουμε το κάλλος χωρίς την αρετή, συναντάμε και την αρετή  χωρίς το κάλλος,  ως αυθύπαρκτη δύναμη να αποδίδεται σε ανθρώπους, οι οποίοι ζουν και αγωνίζονται με αξιοπρέπεια και θάρρος, κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες. Η στάση τους απέναντι στη  ζωή εξαίρεται και ταυτίζεται με τους επώνυμους γενναίους του παρελθόντος, καθώς η ζωή τους ευθυγραμμίζεται με τις καθολικές αξίες εκείνων. Γνωστά ποιήματα όπως οι Θερμοπύλες, Che fece..il grand refiuto(Το μεγάλο Όχι), Μάρτιαι Ειδοί, Η Σατραπεία, Η Πόλις είναι γεμάτα αναφορές ή υπαινιγμούς για την  ηθική στάση που έδειξαν ή όφειλαν να δείξουν άνθρωποι ανώνυμοι ή επώνυμοι, ήρωες και αντιήρωες. Με μια παρατήρηση όμως. Όπως και στην περίπτωση του κάλλους η αρετή τους δεν είναι απόλυτη, αλλά σχετική, ούτε τέλεια, αλλά ημιτελής. Ανθρώπινες αδυναμίες, δειλίες και φοβίες αναστέλλουν την προσέγγιση της αρετής ως απόλυτου ιδανικού, όπως την όρισε ο Πλάτων στην Πολιτεία ως  ανώτατη βαθμίδα στον αγώνα θέασης του αγαθού, καθώς ο Καβάφης αναγνωρίζει ότι και η γενναιότητα έχει διαβαθμίσεις όχι προς τα πάνω αλλά προς τα κάτω. Και είναι εκεί που εστιάζει με συμπάθεια και κατανόηση για την αδυναμία των ανθρώπων να πάνε παραπέρα από το πρώτο σκαλί, να ολοκληρώσουν στην εντέλεια την προσπάθειά τους, να κατακτήσουν την τέλεια  αρετή. Βλέπει με συμπάθεια και όσους δεν έχουν την πλήρη τόλμη να απεμπολήσουν συνήθειες κακές, να αποβάλουν τη δειλία, τη ματαιότητα τους.
Και οι ήρωες στις Θερμοπύλες δικαιούνται την τιμή, καθώς …ποτέ από το χρέος μη κινούντες, δίκαιοι κι ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις, …πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες, πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους… Θερμοπύλες (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984). Πράγμα που σημαίνει ότι δεν απαξιώνουν τους δειλούς, τους αδύναμους, τους ανήμπορους να αντέξουν τους μεγάλους κινδύνους. Εκείνος πάλι που τιμά την αρετή στο έπακρο και λέει το μεγάλο Όχι σε μια ζωή ευτελή που δεν ανταποκρίνεται στα ιδανικά του δε μετανιώνει για τη στάση του, όμως αναγνωρίζει και το κόστος αυτής της άρνησης:
 Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,\όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει/εκείνο τ’ όχι — το σωστό —  εις όλην την ζωή του.  Che fece... il gran rifiuto (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Με άλλα λόγια το απόλυτο θάρρος, σημαδεύεται ως αντίδωρο από απώλειες που μας καταβάλλουν για πάντα. Η στάση όσων φυλάττουν Θερμοπύλες  θυμίζουν  περισσότερο την Αντιγόνη του Σοφοκλή, που τιμωρείται παρά την πλέον ενάρετη στάση της να θάψει τον νεκρό αδελφό της, καθώς αναγκάζεται για να υπηρετήσει τους νόμους των θεών και τα φιλάδελφα αισθήματά της να παραβιάσει τη διαταγή-νόμο του βασιλιά και θείου της Κρέοντα. Αυτή η ανάγκη την καθιστά πρόσωπο τραγικό, την οδηγεί να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στη ζωή και το θάνατο. Και στο θρήνο της διαπιστώνει την εγκατάλειψή της από τους θεούς, αφού για χάρη της ευσέβειάς της καταδικάζεται για ασέβεια.  καὶ γιατί πρέπει πιὰ ἡ δυστυχισμένη/νὰ ἐλπίζω στοὺς θεούς; ποιὸ σύμμαχό μου/νὰ κράξω, ὅταν μὲ τὴν εὐσέβειά μου/τῆς ἀσεβείας τὴν καταδίκη βρῆκα;  ( Τί χρή με τὴν δύστηνον  ἐς θεοὺς ἔτι/βλέπειν; τίν’ αὐδᾶν ξυμμάχων; ἐπεί γε δὴ/τὴν δυσσέβειαν εὐσεβοῦσ’ ἐκτησάμην. ) Σοφοκλέους Αντιγόνη (924-925).  Και η Θέτιδα- μας μαρτυρεί ο Πλάτων στο β βιβλίο της Πολιτείας - ευχαριστήθηκε με τις διαβεβαιώσεις του Απόλλωνα την ημέρα του γάμου της για τη μακροζωία του παιδιού που επρόκειτο να αποκτήσει. Ο Πλάτων μέμφεται τους ποιητές που παρουσιάζουν τους θεούς να αθετούν τις υποσχέσεις τους και να ψεύδονται. Αυτή η ασυνέπεια των θεών εμπνέει τον Καβάφη στο ποίημα Απιστία.
…για τον βλαστό που θάβγαινε απ’ την ένωσί των./Είπε• Ποτέ αυτόν αρρώστια δεν θαγγίξει/και θάχει μακρυνή ζωή.— Aυτά σαν είπε,/η Θέτις χάρηκε πολύ, γιατί τα λόγια/του Aπόλλωνος που γνώριζε από προφητείες/την φάνηκαν εγγύησις για το παιδί της…
Μα όταν οι ειδήσεις για το θάνατο του γιου της Αχιλλέα ήλθαν, μες στο θρήνο της ρώτησε τι έκανε ο Απόλλωνας την ώρα που το παιδί της σκοτωνόταν:  
…Κ’ οι γέροι την απήντησαν πως ο Aπόλλων/αυτός ο ίδιος εκατέβηκε στην Τροία,/και με τους Τρώας σκότωσε τον Aχιλλέα.   Απιστία (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Αν λοιπόν ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας απιστεί στις υποσχέσεις του και υλοποιεί το πεπρωμένο του Αχιλλέα, το οποίο μάλιστα η ίδια η Θέτιδα γνωστοποιεί στο παιδί της: θάνατος και αιώνια δόξα η παραμονή στην Τροία, μακροβιότητα και άδοξο τέλος αν γυρίσει πίσω στην πατρίδα του, πώς οι κοινοί θνητοί να κρατήσουν μια σταθερά ενάρετη στάση απέναντι στις κάθε λογής προκλήσεις της ζωής.
Και με συγκατάβαση θλίβεται για τον ήρωα της Σατραπείας που ενώ είναι καμωμένος για τα ωραία και μεγάλα έργα είτε λόγω της  άδικης τύχης του είτε λόγω των ευτελών  συνηθειών του, ενδίδει στον τρυφηλό βίο. Χωρίς να παραγνωρίζεται η ατομική ευθύνη.
Η Σατραπεία
Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται•
να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,
(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πηαίνεις στον μονάρχην Aρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει•
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε•
την Aγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Aυτά πού θα σ’ τα δώσει ο Aρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία•
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.
(Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)
Ο ίδιος ο Καβάφης οικτίρει τον εαυτό του ανάλογα για την υπαλληλική του θέση στο τμήμα Ύδρευσης στο Υπουργείο Δημοσίων  Έργων, προκειμένου να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση.
<<... τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα η μικρές μου πολυτέλειες. Για να ταις αποκτήσω βγήκα απ’ την φυσική μου γραμμή κ’ έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα (στες οποίες πρέπει να προστεθούν  και η ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται). Τι ζημιά, τι ζημιά, τι προδοσία…     Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ’ έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ’ ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Και δικαίως. Μοιάζει σαν η Τέχνη να με λέγη  «Δεν είμαι δούλα εγώ• για να με διώχνης σαν έρχομαι, και νάρχομαι σαν θες. Είμαι η μεγαλήτερη Κερά του κόσμου. Και αν με αρνήθηκες – προδότη και ταπεινέ – για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή σου κοινωνική θέσι, αρκέσου μ’ αυτά λοιπόν (αλλά πού μπορείς ν’ αρκεσθής)…». Ιούνιος 1905, (Γ.Π. Σαββίδης, «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β´, Ερμής, 1987).
Σε αυτήν την αυτοκριτική εξομολόγηση παραδέχεται και ο ίδιος ο ποιητής το ημιτελές του δόσιμο στην ποιητική τέχνη προς χάρη των υλικών αναγκών του. Η παραδοχή αυτή συνδέει τον ποιητή με τους ήρωες των ποιημάτων του και εμμέσως αναγνωρίζεται η ενδοτικότητα ως μια γνήσια ανθρώπινη αδυναμία.
Συμπερασματικά πιστεύουμε ότι ο Καβάφης στο δίπτυχο κάλλος και αρετή αντιπροτείνει την ταυτότητα κάλλος ίσον αρετή. Το κάλλος είναι αρετή, δεν προϋποθέτει το ένα το άλλο. Σε έναν κόσμο που αποσυντίθεται και παρακμάζει η ομορφιά αποτελεί μια σταθερή αξία, μία αρετή αυτή κάθε αυτή, ικανή να εμπνέει τον ποιητή και εξιλεώνει τα ποιητικά πρόσωπα για τις αδυναμίες τους. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Δημαράς Κ.Θ., Σύμμικτα Γ΄: Περί Καβάφη. Φιλολογική επιμέλεια: Γ.Π. Σαββίδης. "Γνώση", 1992
Καβάφης Κ.Π., Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984
Καψωμένος Ε.Γ. , Η ταύτιση του κάλλους με το αγαθό: ένας νεοελληνικός αξιακός κώδικας στη μεταβυζαντινή λογοτεχνία, http://www.eks-ik.eu/dimosieyseis-ekdoseis/arthra-meletes/52
Σαββίδης Γ.Π., «Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής», Μικρά Καβαφικά, Β´, Ερμής, 1987

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου